γενικώτεραι

γενικώτεραι
γενικός
belonging to: fem nom /voc comp pl

Morphologia Graeca. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • γενικώτεραι — γενικός belonging to fem nom/voc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Χαριτάκης, Θεμιστοκλής — (1888 – 1942). Μεταλλειολόγος. Σπούδασε στο Παρίσι στην Ανώτατη Σχολή Μεταλλείων, της οποίας ανακηρύχθηκε διδάκτορας και μετεκπαιδεύτηκε στη Γερμανία και στην Αγγλία. Όταν γύρισε στην Ελλάδα, εργάστηκε αρχικά το 1917 στα μεταλλεία του Λαυρίου,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”